θυηπολικός

θῠηπολ-ικός, ή, όν,
A sacrificial, πῦρ, μέρος, Iamb.Myst.5.11,18;

θεσμός Zos.4.59

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυηπολικός — θυηπολικός, ή, όν (Α) [θυηπόλος] αυτός που ανήκει ή αρμόζει στη θυσία …   Dictionary of Greek

  • θυηπολικόν — θυηπολικός sacrificial masc acc sg θυηπολικός sacrificial neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυηπολικοῦ — θυηπολικός sacrificial masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυηπολικῷ — θυηπολικός sacrificial masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύος — θύος, τὸ (Α) 1. θυσία, ιερή προσφορά 2. θυμίαμα 3. είδος πλακούντα που προσφερόταν σε θρησκευτικές τελετές. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύω. Η ονομαστική πληθ. θύεα μαρτυρείται στον μηκυναϊκό τ. tuwea «αρωματικά προϊόντα», ενώ αργότερα η σημασία εξελίχθηκε σε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.